Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017

Ξαφνικά

  Το απρόοπτο που σε περιμένει στη γωνία δεν θα καταφέρεις να το προβλέψεις και να το αποφύγεις. Ακριβώς γι' αυτό λέγεται "απρόοπτο".
  Με όποια μορφή κι αν εμφανίζεται. σαν ατύχημα, αρρώστια. πόλεμος, οικονομική καταστροφή, προσωπική αποτυχία, θάνατος, η αλήθεια είναι ότι ποτέ δε σου είχε περάσει από το μυαλό.
  Μπορεί να είχες σκεφτεί διάφορες προοπτικές και πιθανότητες, να είχες πάρει αυτά που θεωρούσες κατάλληλα μέτρα, να νόμιζες ότι είχες εξασφαλίσει τις ιδανικές συνθήκες, να είχες καλά οργανωμένες όλες τις παραμέτρους, όμως το απρόοπτο ήταν εκεί και σε περίμενε. Ειδικά εσένα. Για να σου αποδείξει πόσο τρωτός είσαι και πόσο δεν έχουν καμία σημασία για τις συμπαντικές δυνάμεις τα σχέδια που έχεις κάνει.
  Όχι, δεν μπορείς να το προβλέψεις, να το υποθέσεις, ίσως. Όμως είπαμε, δεν πάει εκεί το μυαλό σου.
  Φυσικά και δεν γίνεται να ζεις με το άγχος του απρόοπτου κι ακόμη πιο φυσικά το απρόοπτο δεν επιδέχεται καμία κριτική, από κανέναν.

Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2017

Μπαλκόνι στη τζαμάλα

  Το μπαλκονάκι ήταν αυτό που λέμε "μια σταλιά". Ήταν δεν ήταν ενάμισυ μέτρο μήκος και πλάτος μόλις σαράντα εκατοστά. Αφού να φανταστείς ο μεγάλος, που φοράει σαράντα οχτώ νούμερο παπούτσι ίσα που πατάει και στέκεται όρθιος. Ούτε καρέκλα δεν μπορείς να βάλεις να καθίσεις. τα δυο της πόδια στο μπαλκόνι και τα δύο στο δωμάτιο.
  Παρόλα αυτά είναι όμορφο με τα σιδερένια τσιγκελωτά καγκελάκια, βαμμένα μαύρα, και τα φουρούσια του, απομεινάρια μιας άλλης εποχής, τότε που το σπίτι ήταν "αρχοντικό". Πράγματι, το μπαλκονάκι ανήκε σ΄ένα διώροφο αρχοντικό και μάλιστα στον δεύτερο όροφό του. Από κείνα τα παλιά "κλειστά" σπίτια της πόλης. Που μπροστά στο δρόμο ύψωναν έναν τοίχο ψηλό και δυσπρόσιτο, γεμάτο παράθυρα, ψηλά και λεπτά, με κάγκελα κι αυτά, βαμμένα μαύρα, άντε κι ένα μπαλκονάκι, μικρό, ίσα να στέκεσαι να βλέπεις την παρέλαση ή τη λιτανεία. Από την πίσω πλευρά όμως.... από την πίσω πλευρά, που δε φαινόταν από το δρόμο, άνοιγε μια μεγάλη πλακόστρωτη αυλή, με πηγάδι στο κέντρο της και κατέληγε σ΄έναν κήπο, χαρά Θεού, γεμάτο δέντρα, λουλούδια και κηπευτικά φυσικά, για τις καθημερινές ανάγκες της οικογένειας.
  Να φανταστείς το σπίτι αυτό, στον πόλεμο, και μη ρωτάς ποιον πόλεμο, ένας ήταν ο πόλεμος, του 1940, το είχαν επιτάξει οι Ιταλοί για αρχηγείο τους. Είχαν απομονώσει την οικογένεια σ' ένα δωμάτιο και χρησιμοποιούσαν όλους τους υπόλοιπους χώρους. Και την αυλή. 
  Δεκαεπτά χρονών κοριτσάκι ήταν τότε, αλλά δεν tους φοβήθηκε. Ήταν ευγενικοί οι Ιταλοί, "σινιορίνα" τη φωνάζαν και παραμέριζαν να περάσει με μια ελαφριά υπόκλιση. Στρατιώτες μπαινόβγαιναν όλη μέρα στο αρχοντικό και τα βράδια τραγουδούσαν στην αυλή. Χαρούμενος λαός οι Ιταλοί. Σαν και μας. Σιγά μην ήθελαν αυτοί να πολεμήσουν. Ας όψεται αυτός που τους έστειλε μέχρι εδώ. Κι όμορφος λαός οι Ιταλοί, χαμογελαστοί και μ΄ένα βλέμμα όλο γλύκα. Τίποτε δεν πείραζαν, ούτε τα τρόφιμα της οικογένειας. 
  Μετά ήρθαν οι Γερμανοί. Και κάναν κι αυτοί το αρχοντικό αρχηγείο τους. Όχι, δεν την πείραξαν την οικογένεια, όμως αγριεμένοι και αυστηροί πηγαινοέρχονταν όλη μέρα, κανείς δεν τολμούσε να σηκώσει τα μάτια και ν΄ αντικρίσει το βλοσυρό τους βλέμμα, φόβος.
  Ο πόλεμος τέλειωσε όμως κι έφυγαν κι αυτοί. Το μπαλκονάκι, εκεί στη θέση του, είδε καλύτερες μέρες, Και γάμους και βαφτίσια και γλέντια και χορούς, και παιδιά κι εγγόνια με σαρανταοχτώ νούμερο παπούτσι. Ακόμη εκεί είναι, στη θέση του, με τα φουρούσια του, να ξεχωρίζει ανάμεσα στις τεράστιες βεράντες των διπλανών πολυκατοικιών, με την πλούσια βλάστηση και τραπέζια και καρέκλες και κούνιες.
   Κι αύριο, αύριο που στη μικρή πλατεία θ' ανάψει η τζαμάλα της Αποκριάς και θα μαζευτεί κόσμος και θα χορέψουν γύρω από τη φωτιά μασκαράδες και θα ρέει το κρασί και κατά το ξημέρωμα θα στήσουν μεγάλα καζάνια να φτιάξουν φασολάδα γιατί μπαίνει η σαρακοστή και θα μοσχομυρίσει η λαγάνα από τον διπλανό φούρνο, αύριο η κυρά-Μένη θα είναι εκεί, στο μπαλκονάκι με τα φουρούσια, στην καρέκλα με τα δύο πόδια έξω και τα δύο μέσα στο δωμάτιο, τυλιγμένη με το χοντρό πλεκτό σάλι, να μη χάσει την τζαμάλα της Αποκριάς κι ας είναι πια ενενήντα πέντε χρονών.

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

Ή σκέφτεσαι ή δε σκέφτεσαι

  Ημέρα σκέψης,λέει, η σημερινή.
  Δεν μας διευκρινίζει αν είναι θετικής η αρνητικής σκέψης, πράγμα που σημαίνει ότι αρκεί και μόνο να σκέφτεσαι.
  Δεν έχει δηλαδή σημασία αν σκέφτεσαι πως το ποτήρι είναι μισοάδειο ή μισογεμάτο γιατί μπορεί να σκέφτεσαι κι ότι το ποτήρι, για κάποιον ανεξήγητο λόγο δεν έχει αλκοόλ κι έχει σκέτο νεράκι.
  Υποτίθεται ότι το έχεις καταλάβει από το χρώμα. Εμ έλα που σκέφτεσαι λάθος! Γιατί αυτή τη διάφανα κρυστάλλινη εικόνα έχει και η βότκα ή το τζιν ή το τσίπουρο ή το μαρτίνι, εκτός αν έχει μέσα ελίτσα.
  Ναι, ξέρω τι σκέφτεσαι, το μαρτίνι δεν το βάζουν σ' αυτό το μεγάλο όρθιο ποτήρι, αλλά ποτέ δεν ξέρεις.
  Έχεις σκεφτεί άραγε ότι μπορεί να τελικά να προτιμάς το νερό; Το νερό σου αφήνει καθαρό το μυαλό για να μπορείς να σκέφτεσαι.
  Αν θες να σκέφτεσαι εκτός κι αν προτιμάς να υπάρχεις χωρίς να σκέφτεσαι, πράγμα μάλλον αδύνατο γιατί αφού σκέφτεσαι υπάρχεις.
                                                     Κουραστικό πράγμα η σκέψη.

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

Μια πόλη γιορτάζει




Μια πόλη γιορτάζει.

Απελευθέρωση κι Απόκριες μαζί.

Μπερδεύονται οι Ελληνικές σημαίες με τα πολύχρωμα γαϊτανάκια.
Οι τοπικές ενδυμασίες με τις αποκριάτικες στολές.
Οι παραδοσιακοί χοροί με τα λάτιν.
Οι επίσημες δεξιώσεις με τα μασκέ πάρτυ.
Η συγκίνηση και το ρίγος του ένδοξου παρελθόντος με τα γέλια και το κέφι της Αποκριάς.
Τα εμβατήρια της νίκης με τα σκωπτικά της Δόμνας Σαμίου.
Οι εκδηλώσεις μνήμης με τις τζαμάλες.
Η στρατιωτική και μαθητική παρέλαση με τα καρναβαλικά άρματα.

Μια πόλη γιορτάζει την ελευθερία, την ανεξαρτησία της, τη χαρά και τη ζωή.
Γιατί όχι;
Τα πήραμε τα Γιάννενα και Τελαπόνγκο και Τελαπόνγκο.

Ωραίος ως Έλλην


  Όταν χτυπιέσαι ότι αγαπάς την πατρίδα σου είσαι Έλληνας.
  Όταν δεν εκτιμάς αυτά που σου προσφέρει, είσαι Έλληνας.
  Όταν γκρινιάζεις για την καθημερινότητά σου, είσαι Έλληνας.
  Όταν εύχεσαι να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα, είσαι Έλληνας.
  Όταν περιμένεις όλοι οι άλλοι ν' αλλάξουν κι όχι εσύ, είσαι Έλληνας.
  Όταν αισθάνεσαι μονίμως αδικημένος απ' όλους κι από το σύμπαν, είσαι Έλληνας.



Όταν δεν σε χαρακτηρίζει τίποτε από τα παραπάνω, είσαι μαύρος και είσαι κι Έλληνας, τότε είσαι ο  Γιάννης Αντετοκούμπο.

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

Αρνάκι με πατάτες στο φούρνο

  Το αρνάκι με τις πατάτες στον φούρνο είναι το κατ' εξοχήν φαγητό της Ελληνικής Κυριακής.
  Τι θα φάμε την Κυριακή,σκεφτόταν η μαμά,ας βάλω στο φούρνο ένα αρνάκι με πατάτες.Κι εκεί που περίμενες η Κυριακή σου να έχει στο μενού κάτι πιο πολύπλοκο βρε παιδί μου,αφού στο κάτω κάτω η μαμά δεν πηγαίνει στο γραφείο και δεν τρέχει πανικόβλητη το μεσημέρι να ρίξει ένα πακέτο μακαρόνια στην κατσαρόλα αλλά έχει χρόνο, ξεκούραστη, να ξεδιπλώσει το μαγειρικό της ταλέντο και συ να απολαύσεις κάτι πιο γκουρμέ όπως στρείδια με πουρέ από λεμόνι και σκόρδο και καπνιστό αυγό σαμπαγιόν που συνοδεύεται από ζελέ σπαραγγιών και κρέμα από κουνουπίδι,εκείνη κάνει το εύκολο,ένα μπουτάκι από αρνάκι, λίγες πατατούλες ,αλάτι, πιπέρι, άντε και λίγο δεντρολίβανο και σε μια ώρα τρώμε.
  Μετά από ατελείωτες εμπειρίες τέτοιων Κυριακάτικων συνευρέσεων με τα αμνοερίφια της χώρας έφθασε κι η δική μου στιγμή να ετοιμάζω το γεύμα της Κυριακής.Και δείτε τι ανακάλυψα.Σαν το αρνάκι με πατάτες στο φούρνο δεν έχει!

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2017

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017

Το λεμόνι

  Ήταν ένα μικρό, καχεκτικό δεντράκι που το φυτέψανε σ' ένα μεγάλο κτήμα μαζί με άλλες λεμονιές.
   Γρήγορα λουλούδισε, θα ΄ταν δε θα ΄ταν πέντε κλαράκια,είχαν όμως όλα λουλουδάκια έτοιμα να γίνουν λεμονάκια.
  Τι κρίμα όμως, τα λουλουδάκια, αντί να μεταμορφωθούν σε καρπό άρχισαν να πέφτουν.
  Μόνο σε ένα και μοναδικό κλαδάκι μείναν τέσσερα, μετρημένα. και κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Δεν ήταν και πολύ μακριά το ένα από τ' άλλο, θα μπορούσαν να, λίγο να πλησιάσουν μεταξύ τους κατά τη διάρκεια που θα μετατρέπονταν σε λεμόνια.
   Με μια μικρή προσπάθεια δε θα ήταν τέσσερα μοναχικά λεμόνια σ΄ένα λεπτό κλαράκι, έτοιμο να σπάσει στο φύσημα του αέρα.
  Θα γινόντουσαν ένα μεγάλο λεμόνι, η ισχύς εν τη ενώσει. Έτσι θα κάναν παρέα, μέχρι να έρθει το ανθρώπινο χέρι να τα κόψει, όλα μαζί σε ένα, θα τα λέγαν, θα κάναν και κανένα πάρτυ, θα τραγουδούσαν, δε θα αισθανόντουσαν ούτε στιγμή μοναξιά κι ανασφάλεια.
   Κι όπως αγκαλιάστηκαν, ενώθηκαν τα κύτταρα του ενός με το άλλο, φύτρωσε και μεγάλωσε το ένα μέσα στο άλλο, κι έγινε ένα "μεταλλαγμένο λεμόνι", όπως είπε η κυρία-Ρούλα την ώρα που το έκοβε και το τοποθετούσε στο καλάθι, ξεχωριστά από τ΄άλλα, τα μονά, τα μόναχά τους.
  Ηθικό δίδαγμα: Νίκο, σ' ευχαριστώ για τα λεμόνια που μου έφερες.

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Λόγω της ημέρας (περιέχει τοποθέτηση προϊόντος)

  Σηκώθηκε πρωί πρωί να κάνει λίστα, να μη ξεχάσει τίποτε απ' όσα είχε σκεφτεί. 
Λόγω της ημέρας.

  Κατ΄αρχήν θα πήγαινε να ψωνίσει. Ένα άρωμα, από κείνο με την καρδούλα στο κούμπωμα που την πατάς και κάνει φφφσσσστ. Μετά θα πάει σε κείνο το μαγαζί που η βιτρίνα του είναι γεμάτη με λογής αξεσουάρ, για το λαιμό, για τα χέρια, για τα μαλλιά, για τα δάχτυλα των χεριών και των ποδιών. Αξεσουάρ με καρδούλες πάσης φύσεως, ολόκληρες, μισές, με βελάκια, ραγισμένες. Δεν έχει αποφασίσει ακόμη τι θα διαλέξει αλλά κάτι θα βρει μέσα σε τόση ποικιλία. Λόγω της ημέρας.

  Έχει να πάρει και τηλέφωνο στο εστιατόριο να κλείσει τραπέζι, αυτό που είναι δίπλα στο τζάκι κι από το παράθυρο βλέπεις "πιάτο" όλη την πόλη, έχει κι έναν σερβιτόρο φίλο, θα του το κανονίσει.  
 Θα πάρει και κεράκια, σε διάφορα μεγέθη, μικρά και μεγάλα, οβάλ και τετράγωνα και ψηλά και κοντά. Αφού έχει και τον δικό του άνθρωπο στο εστιατόριο θα καταφέρει να τα τοποθετήσει στο τραπέζι και στο περβάζι, στο τζάκι μόνο μη τα βάλει γιατί θα λιώσουν.
   Α, να περάσει κι από το σούπερ μάρκετ να πάρει εκείνα τα σοκολατάκια, τις Lacta καρδούλες με γέμιση φράουλας.
Λόγω της ημέρας.
   Στις 7μμ θα περάσει να την πάρει από το σπίτι, θα πάνε κινηματογράφο, δεν έχει σημασία ποια ταινία παίζει, έτσι κι αλλιώς δε θα τη δούνε, αλλά τι στην ευχή, λόγω της ημέρας κάτι καλό θα παίζει. Και μετά στο εστιατόριο. Εκεί που ο φίλος-σερβιτόρος θα τα έχει όλα έτοιμα και θα τους οδηγήσει δίπλα στο τζάκι και δίπλα στο παράθυρο που προσφέρει "πιάτο" τη θέα της πόλης.
  Ε, μετά απ' αυτό, όλα θα πάρουν το δρόμο τους. Λόγω της ημέρας.
  Τι θα πει το ημερολόγιο γράφει 7 Φεβρουαρίου;
  Ο έρως εκτός από χρόνια δεν κοιτάει ούτε μέρες, καμιά φορά ούτε φύλλο.

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

Αφιερώνει ο Τάκης στη Σούλα

  Μέρα ραδιοφώνου σήμερα και όχι δε θα γυρίσω πίσω στην εποχή των ραδιοπειρατών και στο κρυφτούλι με την αστυνομία όταν εντόπιζε τις συχνότητες και τις παράνομες ιδιοκατασκευές που εξέπεμπαν από ταράτσες σπιτιών κι υπόγεια.
  Θα έρθω στην εποχή της "νομιμότητας" όπου τα ραδιόφωνα ανοίγαν το ένα μετά το άλλο.Με εγκαταστάσεις, με προσωπικό και 24ωρη λειτουργία.Τι εύκολο ήταν να βρεις νέους ανθρώπους με όρεξη και κέφι να κάνουν εκπομπές-γερμανικό νούμερο 2-4 πμ. Και δημοσιογραφικό τμήμα που ξεκινούσε από τις 6 ή τις 7 το πρωί. Κι εκπομπές λόγου και τέχνης ακόμη και σατυρικές.

 Μια τέτοια εκπομπή είχαμε με άλλους δύο συνεργάτες, τον Μενέλαο Συκοβέλη και τον Βαγγέλη Ντάγκα το 1989 στον ΗΧΩ 102,7 FM. Με σατυρικά κείμενα, σκετσάκια, τραγούδια -παρατράγουδα που ετοιμάζαμε με πάρα πολύ κόπο, καθότι δεν υπήρχαν ακόμη υπολογιστές και προγράμματα, με δύο κασετόφωνα και τετρακάναλο. Κάτι σαν αυτά που κάναν οι ΑΜΑΝ αλλά πολύ πριν τους ΑΜΑΝ και στα ερτζιανά. Πολύ δουλειά που γινόταν,ναι μεν με κόπο, αλλά και με πολύ όρεξη και χαρά κι αυτό γιατί ο κόσμος άκουγε ραδιόφωνο, πρόσεχε το τι γινόταν στο ραδιόφωνο, έπαιρνε τηλέφωνο κι έκανε αφιερώσεις, ζητούσε να ξαναπαίξουν εκπομπές που άρεσαν, ο κόσμος συμμετείχε, το ραδιόφωνο ήταν διαδραστικό.
   "Γεια σας, μπορείτε να ξαναπαίξετε το "Εγώ ο ξένος" του Διονυσίου στ' Αγγλικά;"
Και τρέχαμε να βρούμε την κασσέτα  που το είχαμε ηχογραφήσει για να το βάλουμε "στον αέρα".

 Sometimes I used to be a God
 I leave you now as a mad
 I leave you just as a poor guy

 Bye Byeeeee
 Stranger forever stranger

  Πέρασαν όμως τα χρόνια κι αυτή η επαφή με το ραδιόφωνο χάθηκε.
Οι τεράστιες κονσόλες και τα μικρόφωνα ανικαταστάθηκαν με κομπιούτερς που προγραμματίζονται και παίζουν όλη μέρα τραγουδάκια κι ενδιάμεσα διαφημίσεις χωρίς να είναι κανείς εκεί.
  Κάποιοι, λίγοι σταθμοί, κάνουν ακόμη εκπομπές και φυσικά ούτε λόγος να "βγούνε έξοδα" προσωπικού, τεχνικών και παραγωγών.
  Σε μας έμεινε η ανάμνηση της πιο συνηθισμένης ατάκας "Αφιερώνει ο Τάκης στην Σούλα που ακούει στην Καραβατιά" κι ένας έρωτας που τελείωσε στα φοιτητικά ακόμη χρόνια.

Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2017

Της Κυριακής η (εκ)κένωση

  Αν σας έλεγαν ότι θα πρέπει να εγκαταλείψετε το σπίτι σας για κάποιες ώρες ή ακόμη και για ένα ολόκληρο εικοσιτετράωρο, γιατί μια βόμβα του Β' παγκοσμίου πολέμου, θαμμένη 74 ολόκληρα χρόνια βαθιά μέσα στη γη,  πρόκειται να απενεργοποιηθεί από ειδική μονάδα του στρατού κι ως εκ τούτου θα πρέπει να εκκενωθεί μια αστική περιοχή σε ακτίνα σχεδόν δύο χιλιομέτρων γιατί, όσο εξαιρετικά μικρή και να είναι η πιθανότητα, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος η βόμβα να κάνει μπουμ, το Κορδελιό ν' αλλάξει θέση στο χάρτη και η Θεσσαλονίκη να υποστεί έναν σεισμό της τάξεως των 6,5 ρίχτερ, τι θα επιλέγατε να πάρετε μαζί σας;

Ας το σκεφτούμε:
  Μια αλλαξιά ρούχα, τουλάχιστον καθότι πώς παίρνεις μέρος σε τέτοια πρωτοφανή για τα Ελληνικά δεδομένα, επιχείρηση εκκένωσης περιοχής χωρίς ένα καθαρό βρακί;
  Οδοντόβουρτσα κι οδοντόκρεμα, απ' αυτή που κάνει λεύκανση στα δόντια για ν' αστράφτει το χαμόγελο σε περίπτωση που πλακώσουν οι κάμερες και ρωτάνε οι ρεπόρτερς πώς αισθάνεστε που καθόσασταν τόσα χρόνια πάνω σε μία βόμβα - εδώ απαντάτε σαν τον Βαρώνο Μυνχάουζεν.
  Το κινητό σας! Προς Θεού μη ξεχάσατε το κινητό σας για να μπορείτε να επικοινωνήσετε με τον κολλητό και να του πείτε:
" Άσε μεγάλε, ευτυχώς που βγήκαμε από το σπίτι και κάναμε καινούριες γνωριμίες.Ούτε που ήξερα ότι μια δίμετρη καλλονή με ατελείωτα πόδια έμενε λίγο πιο κάτω στη γωνία".
  Σε περίπτωση που διαθέτετε κατοικίδιο μην αφήσετε πίσω σας το σκύλο, τη γάτα, το χρυσόψαρο μέσα στη γυάλα ή το καναρίνι.Το τελευταίο μπορεί ν' αποδειχτεί και χρήσιμο για την ασφάλειά σας αν παραστεί ανάγκη να κατεβείτε σε στοές ορυχείου που ενδέχεται να δημιουργηθεί από τον κρατήρα.
  Το άλμπουμ με τις παλιές, εκτυπωμένες σε χαρτί Fuji, φωτογραφίες. Τις πιο πρόσφατες τις έχετε έτσι κι αλλιώς στο κινητό σας.
  Την αντηλιακή! Εκτός του ότι θα ΄χει μαι χαρά, ανοιξιάτικη μέρα με ήλιο - μπορεί να 'χουν ανθίσει κι οι αμυγδαλιές - αν βρείτε να υιοθετήσετε έναν Δανό να μην έχετε μια αντηλιακή κρεμούλα να του βάλετε;

  Σκέφτεστε τίποτε άλλο σημαντικό;
   Αχά! Τα χρήματα από το στρώμα!!! Δεν πιστεύω να φύγετε τόσο βιαστικά που να ξεχάσετε τα ευρώ που αποσσύρατε από τους λογαριασμούς και τα παραχώσατε στο στρώμα για να κάνετε την προσωπική σας αντίσταση στα capital controls; Και τα κοσμήματα και τις χρυσές λίρες, όσοι έχετε, που αρνείστε να τα βάλετε σε θυρίδα γιατί δεν εμπιστεύεστε τις τράπεζες - και καλά κάνετε εδώ που τα λέμε.
  Κάντε τώρα εικόνα, στις διάφορες δομές της Περιφέρειας Μακεδονίας, σχεδόν 70000 ανθρώπους, πολλοί εκ των οποίων πάνω τους θα κουβαλάνε περιουσίες. Γιουχού!!!!

Ήταν μικρές, φιλικές συμβουλές τύπου ¨οδηγίες προς ναυτιλομένους" με την ευχή να τελειώσει γρήγορα αυτή η ιστορία και να γυρίσουν όλοι στα σπίτια τους.

Νίκος και Χαρά




  Ο Νίκος Παπαδιώτης και η Χαρά Καλπακίδου,  δεν τραγουδούν απλά, Βάζουν στις νότες των πιο γνωστών κι αγαπημένων τραγουδιών ένα κομμάτι από την ψυχή τους, το αναμιγνύουν με τον στίχο και δίνουν την ένταση και το πάθος που χρειάζεται η βραδιά για ν΄ανέβει σε άλλο επίπεδο.
  Τους απολαύσαμε χτες βράδυ στο SAVOY.

  Δυο "δεμένες" μεταξύ τους φωνές, δυο παλιοί καλοί φίλοι που όσα σχήματα κι αν αλλάξουν πάντα θα είναι ταιριασμένοι, μας παρέσυραν στο κέφι τους, τραγουδήσαμε και χορέψαμε μαζί τους.

  Αναζητήστε  τους, όπου εμφανίζονται, και είναι σίγουρο ότι θα περάσετε τέλεια.

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2017

Το συγχωροχάρτι

  Μια και σήμερα είναι γιορτή του Αγίου Χαραλάμπους-μεγάλη η χάρη του- θα σας πω μια ιστορία για ένα Χαράλαμπο,δηλαδή τι Χαράλαμπο; Μπάμπη τον ξέραμε στην γειτονιά, Μπάμπη  τον φώναζε η μάνα του από το μπαλκόνι ίσαμε πενήντα φορές τη μέρα, όλο χανόταν κι όλο τον έψαχνε η κυρία Ευτέρπη. Μόνο ο πατέρας του τον έλεγε Χαράλαμπο γιατί έτσι θυμόταν τον δικό του πατέρα και μιας κι ο Μπάμπης είχε το όνομα του παππού έπρεπε να το τιμά ολόκληρο. 'Άκου Μπάμπης!"

 Οι μαμάδες μας, στα κρυφά και μεταξύ τους τον έλεγαν "αλητάμπουρα", Εμείς, μικρά, καταλαβαίναμε ότι αυτό δεν ήταν κάτι καλό όμως είχε και μια μικρή δόση τρυφερότητας. Δεν έλεγαν, ας πούμε "αλήτης" ή "χαμένο κορμί" ή κάτι παρεμφερές. Αυτή η κατάληξη "-μπούρα" έκανε τη διαφορά, εκεί μέσα σ' αυτά τα έξι γραμματάκια είχε τρυπώσει και στρογγυλοκαθήσει η τρυφερότητα της γειτονιάς απέναντι στον Μπάμπη, που ναι μεν ήταν πρώτος και καλύτερος σε κάθε ζημιά και κάθε φασαρία, όμως όταν σε κοίταγε μ΄εκείνη την πονηριά στο μάτι και τη σκανταλιά σκαρφαλωμένη στη γωνίτσα των χειλιών που σχημάτιζαν το στραβοχαμογελάκι, του τα συγχωρούσες όλα.

  Έτσι είχε μάθει ο Μπάμπης, να του τα συγχωρούνε όλα. Την πετριά που έριξε κι έσπασε το παρμπρίζ από τη μερσεντές του κυρίου Θάνου, το παρτέρι με τα μονίμως μαραμένα λουλούδια της κυρά-Ρωξάνης, που δεν παρέλειπε τουλάχιστον δις ημερησίως να τα "ποτίζει" καταλλήλως, τη γάτα του Ανέστη που πάτησε με το μηχανάκι δήθεν "κατά λάθος" και τότε που έβαλε καρφίτσες στις άκρες από τα χάρτινα χωνάκια που πετούσαμε με τα φυσοκάλαμα και γύρισαν τα παιδιά της γειτονιάς μ' αίματα στα σπίτια τους. Ακόμη κι ο κυρ-Βαγγέλης τον συγχώρησε που "αποπλάνησε το κοριτσάκι του" μόλις στα 14. Ούτε ο πάπας της Ρώμης δεν είχε δώσει τόσα συγχωροχάρτια όσα είχε πάρει ο Μπάμπης από τη γειτονιά.

  Φυσικά, μεγαλώνοντας, η δράση του επεκτάθηκε σε όλη την πόλη. Αγώνα έπαιζε η ομάδα; Πρώτος χουλιγκάνος ο Μπάμπης. Πορεία διαμαρτυρίας γινόταν; Μπροστάρης ο Μπάμπης κι ας μην ήξερε ούτε ποιος διοργάνωνε την πορεία, ούτε για ποιο πράγμα διαμαρτύρονταν. Αρκεί που θα ήταν εκεί όταν θα ξέσπαγε η φασαρία, όταν θ' άρχιζε ο καυγάς, όταν πέφταν οι πρώτες μπουνιές κι άναβαν φωτιές στους σκουπιδοτενεκέδες.
  Μια φορά έκανε πίσω ο Μπάμπης. Μια φορά που ήταν καθοριστική. Ήταν τότε που πήγε ν' αρπαχτεί μ΄έναν πιτσιρικά κι εκεί που σήκωσε απειλητικά τη γροθιά του, πετάχτηκε μπροστά του η Αγγέλα φωνάζοντας "Μη τολμήσεις να χτυπήσεις τον αδερφό μου!" Ακίνητος έμεινε ο Μπάμπης, έχασε το φως του και ταυτόχρονα βρήκε τον έρωτα της ζωής του. Μήνες την κυνηγούσε την Αγγέλα επιδεικνύοντας,  ασυνήθιστη γι' αυτόν,  καλή συμπεριφορά. Βρήκε και σταθερή δουλειά, υπάλληλος σε συνεργείο αυτοκινήτων, τέσσερις το απόγευμα τελείωνε και μέχρι το βράδυ κατάστρωνε σχέδια πολιορκίας.  Μέχρι που την κατάφερε, την αρραβωνιάστηκε και την παντρεύτηκε.

  Παναγίτσα ο Μπάμπης ως σύζυγος, Υπόδειγμα. Και ως πατέρας τυπικός. Δεν έλειπε τίποτε στα παιδιά του, μέχρι και στα κινούμενα σχέδια τα πήγαινε κι ας βαριόταν, ποτέ δεν το 'δειξε.
Τι τα θες όμως, Τον κούρασε η καλή συμπεριφορά. Χρόνια είχε να κάνει καμιά κουτσουκέλα, Άλλωστε όλοι οι άντρες κάνανε και τον κοροϊδεύανε κιόλας για την άμεμπτη στάση του. Έπρεπε να δικαιολογήσει και την παλιά του φήμη. Κι η φοιτήτρια στο απέναντι διαμέρισμα ανέδιδε νιάτα και ζωντάνια και μια υποψία εκείνης της παλιάς σκανταλιάς, που όλοι συγχωρούσαν. Έλα όμως που η Αγγέλα έμαθε, της τα προλάβανε κι όπως τότε που μπήκε μπροστά στον αδερφό της να τον προστατέψει με κίνδυνο να δεχτεί η ίδια τη γροθιά, έτσι και τώρα, μπήκε μπροστά από τα παιδιά της και του έδειξε αυστηρά την πόρτα: "Μη τολμήσεις....να ξαναγυρίσεις".
  Μήνες πάλι την κυνηγούσε και την παρακαλούσε ο Μπάμπης. Τι επιστράτευσε την πονηριά στο μάτι, τι στραβοχαμογέλασε, όπως μόνο αυτός ήξερε να κάνει, ακλόνητη στη θέση της η Αγγέλα. Κι όχι τίποτε άλλο αλλά τη λάτρευε τη γυναίκα του ο Μπάμπης και τα παιδιά του και το σπίτι τους.
 
Πώς έγινε και τη μοναδική φορά στη ζωή του που ήθελε, που επιζητούσε διακαώς τη συγχώρεση δεν του τη δώσανε, ποτέ δεν το κατάλαβε. Κι ήταν πάντα τόσο εύκολο να συνεχίζει η ζωή του.....

Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2017

Διαβάστε

  Βρέθηκα σήμερα στα Παλαιά Σφαγεία στην παρουσίαση ενός βιβλίου.
  Πρόκειται για το "Σμύρνη Μια ιστορία που δε γράφτηκε" του Σπύρου Γόγολου.

  Όχι, δεν το έχω διαβάσει το βιβλίο, όμως η εμπεριστατωμένη κι αναλυτική παρουσίαση της κας Ελένης Δούβλη, λαογράφου, από το Σύλλογο Ζαγορισίων και η εξαιρετική και συναισθηματική ομιλία για το βιβλίο της κας Τιτίκας Τζάλλα, εκδότριας του Ηπειρωτικού Αγώνα, μ' έκαναν να θέλω άμεσα να χαθώ στις σελίδες του και την ιστορία του Παρισιού της Ανατολής, στις μυστικές συμφωνίες και τα μεγάλα συμφέροντα που οδήγησαν στο να θρηνούμε το άδοξο τέλος ενός κομματιού Ελλάδας.
  


   Διαπίστωσα, όμως, με λύπη, την απουσία νέων ανθρώπων (πιο νέων από μένα δηλαδή) στο κοινό.
   Τα βιβλία είναι ένας θησαυρός γνώσεων και συναισθημάτων κι όπως είπε κι ο ίδιος ο συγγραφέας : "Ο πιο οικονομικός, γρήγορος κι εύκολος τρόπος, να ξεφύγουμε από την πραγματικότητα όταν μας ενοχλεί και μας κουράζει".

Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2017

Κάψτε ένα πιάνο κι ένα μπουφάν

  Τον Λουκιανό Κηλαηδόνη τον γνώρισα, μέσα από τα τραγούδια του και τα βινύλια που έτρεχα ν' αγοράσω, στα πρώτα γυμνασιακά χρόνια.

  Μου ΄μεινε κι ο καημός για κείνο το πάρτυ στη Βουλιαγμένη που σημάδεψε τη δεκαετία του '80. Δε φτάνει που δεν ήμουν αρκετά μεγάλη ζούσα και μακριά από την Αθήνα.
  Η ιδέα του αντικομφορμισμού φάνταζε πρόκληση εκείνα τα χρόνια, "Όλοι μου οι φίλοι παντρευτήκανε,γίνανε ρεζίλι γι' αυτό κρυφτήκανε" , Κι η Ρίτα,που παντρεύτηκε και νοικοκυρεύτηκε ενώ "κάποτε μιλούσε για πολλά".


   Το "Ένα γουρούνι λιγότερο" ήταν ένα χτύπημα κάτω από τη μέση σε μια κοινωνία που μόλις ξεκινούσε μια εποχή ευμάρειας και ίσως ασυδοσίας. Μέχρι που όλοι μαζί είπαμε ένα βροντερό "Ναι!" στα ξενύχτια, στα μεθύσια, στην τρέλα, στα παπάκια, στα μπαράκια.στα κορίτσια, στην αντισύλληψη (ναι,παρακαλώ,μεγάλο ταμπού της εποχής) και πάει λέγοντας.
  Είχε παρέλθει ανεπιστρεπτί η εποχή των θερινών σινεμά και οι "νύχτες μ' αγιόκλημα και γιασεμί" δε θα ξαναρχόταν. Κι εκεί ήταν που όλοι είχαμε ξεχάσει ότι ο Λουκιανός είχε γράψει και το "Όσο αγαπιόμαστε τα δυο να με κοιτάς στα μάτια"  και το "Εγώ θα σ΄αγαπώ και μη σε μέλλει",  "κολλήγα γιος" κι άλλα πολλά που σιγοτραγουδούσαν ήδη οι γονείς μας.
  Μπορεί να "έφυγε" ο Λουκιανός αλλά τα τραγούδια του θα μας "ενώνουν και θα μας δονούν" όπως του Διακογιάννη η φωνή και τα "Νέα μέτρα", που δεν μας τρομάζουν εμάς τους Ελληνάρες, θα' ναι επίκαιρα ανά τους αιώνες σ΄αυτή τη χώρα.
 Γι' αυτό και μόνο....υποκλίνομαι.






Aν ποτέ πεθάνω αν λέμε, αν
κάψτε ένα πιάνο κι ένα μπουφάν.

Καίτε ένα αμάξι κάθε δειλινό
θέλω και τάξη, θέλω και χαμό.

Δε θέλω φιέστες ούτε φωνές
τρεις μαζορέτες μ’ άσπρες στολές,
ξανθούλες.

Και κάποια μπάντα στο πουθενά
να παίζει "τα θερινά σινεμά".

Θέλω ένα πάρτι μες στο γκαζόν
κάποια Τετάρτη ίσως μ’ άπειρα γκαρσόν.

Θα `χει ποτά για όλους πιειτε ένα τζιν
δύο βότκες και δε θέλω μαύρα μόρτες
θέλω μπλου-τζιν.

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2017

Η παιδεία που μας περιπαίζει

  Η παιδεία, δεν περνάει κρίση σήμερα.Η παιδεία, μας περιπαίζει εδώ και χρόνια για το απαίδευτο της ύπαρξής μας.Από τότε που μπήκε στην έκθεση το θέμα με την "ευδοκίμηση και την αρωγή" κι έμεινε σύξυλη η πλειονότητα των υποψηφίων φοιτητών,τι θέλει να πει ο ποιητής; Κι ας διαβάζαμε στο Δημοτικό στο μάθημα της Πατριδογνωσίας πως "στην Άρτα ευδοκιμούν τα πορτοκάλια και στην Αίγινα τα φυστίκια", που τα λέμε κι Αιγίνης.  Κι ας ακούγαμε στην τηλεόραση για το "Ταμείο Αρωγής" που βοηθάει τους αναξιοπαθούντες. Καμία συνδυαστική σκέψη. Πέσαν στο τραπέζι δυο λέξεις, όχι άγνωστες, απλά δεν χρησιμοποιούνταν τόσο συχνά, και ξαφνικά όλοι κοίταξαν το ταβάνι περιμένοντας την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, που δεν ήρθε ποτέ.Διότι, φίλε μου, όταν η γνώση είναι ελλιπής, όταν το μυαλό δεν στροφάρει να συνδυάσει ό,τι τέλος πάντων γνωρίζει, ακόμη και το Άγιο Πνεύμα λάμπει δια της απουσίας του.

  Κι ήρθαν τα χρόνια των υπολογιστών και χαμένοι στα πληκτρολόγια και τις κωδικοποιημένες εντολές για πράξεις απλές ή δύσκολες, εγκαταλείψαμε το βιβλίο. Αυτό το χάρτινο κατασκεύασμα που περιέχει πληθώρα λέξεων και εκφράσεων, γνώσης, ιδεών και συναισθημάτων. Ξεχάσαμε να διαβάζουμε κι αυτό σημαίνει αυτομάτως ότι ξεχάσαμε να εκφραζόμαστε και φτάσαμε να χρησιμοποιούμε τις ελάχιστες δυνατές λέξεις για να συνεννοούμαστε απλώς. Κι η παιδεία δεν περνάει απλώς κρίση, νοσεί. Γιατί κανείς δε διδάσκει πώς ν' αγαπάς τη "γλώσσα που σου έδωσαν την Ελληνική" και να την έχεις έγνοια και να τη συντηρείς. Και να ξέρεις να γράφεις και μια αίτηση, βρε αδερφέ κι όχι  "Ο Αιτών" κι από κάτω Μαρία Παναγιώτου.
  Όταν λοιπόν τα τελευταία χρόνια μας κυβερνάει αυτή ακριβώς η γενιά, ας μην έχουμε μεγάλες απαιτήσεις για παιδεία και μόρφωση.

Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2017

Space and the city

Πικροθάλασσα

  Δεκαεπτά χρονών έφυγε από το νησί ο Χρηστάρας. "Γιε μου,πού πας; Μάνα θα πάω στα καράβια!". Εδώ δεν έχει δουλειές. Παρατημένο το νησί, όπως όλη σχεδόν η Ελληνική περιφέρεια. Τι κι αν έχει ομορφιές; Τουρισμό δεν έχει. Βλέπεις δεν είχε έρθει ακόμη ο Κορέλι με το μαντολίνο του ούτε ο Νίκολας Κέητζ ούτε η Πενέλοπε Κρουθ.

  Μπάρκαρε ένα πρωί από το Αργοστόλι για τα πέρατα της γης. Όλο τον κόσμο γύρισε ο Χρηστάρας, δυο μέτρα άντρας, θηρίο, μέσα στα σπλάχνα των πλοίων, στις κουζίνες. Μάγειρας στα καράβια τριάντα χρόνια. "Μπόλικο άνηθο να ρίχνεις στις σουπιές,δίνει άρωμα!".
  Φύλαγε τα μισθά, έστελνε και στο νησί, είχε κι αδελφή. Μάζευε, μάζευε, είχε κι ένα κτηματάκι στην πλαγιά πάνω από τη θάλασσα, κάτω από τον Αίνο, τι να φυτέψεις εκεί; Είχε κι ένα όνειρο. Να γυρίσει, να χτίσει "Ενοικιαζόμενα Δωμάτια", να πηγαίνει για ψάρεμα, να βάλει κήπο. "Κατέβα κάτω και κόψε από την κήπο τομάτες,δεν γίνεται νόστιμο το φαϊ με τις κονσέρβες!"
  Τον γνωρίσαμε στις αρχές του '90, όταν ακόμη στον Μύρτο κατέβαινες με τα πόδια, δεν πήγαινε το αυτοκίνητο. Ψηλός και βλοσυρός και λιγομίλητος. Θεριό που του 'παιρνες δεν του 'παιρνες δυο κουβέντες. Στα δωμάτια δεν σ' έβαζε αν δεν του "πιανες" στο μάτι. Ευτυχώς ξέραμε από κουπί. Βιωματικός τουρισμός πριν ακόμη ανακαλυφθεί ο όρος.
  Απόγιομα με το ηλιοβασίλεμα ρίχναμε δίχτυα, ξημερώματα τα μαζεύαμε. Σουπιές, μουρμούρια, σκορπιοί και αστακοί, κάθε μέρα αστακοί. "Να τον δέσεις πριν τον ρίξεις στο νερό,θα τιναχτεί και θα πεταχτεί έξω από την κατσαρόλα!"
  Καρδιά από βούτυρο είχε ο Χρηστάρας, έκλαιγε και με τα τραγούδια. Τα μισά δωμάτια άδεια τα είχε, αρκεί όσοι μένανε να μπορούν να γίνουν μια μεγάλη παρέα, μεσημέρι-βράδυ και να είναι κι αυτός μέλος της παρέας. Δραχμή δεν ήθελε για την ψαριά, ούτε για τα κηπευτικά.
  Δυο καλοκαίρια περάσαμε μαζί του κι όταν τα τρίτο του στείλαμε κάρτα απ' το Παρίσι έκλαψε πάλι, όπως τότε με τα τραγούδια.
  Δεκαπέντε χρόνια μετά βρεθήκαμε στην Κεφαλλονιά και περάσαμε να τον δούμε. Δεν μας άφησε να φύγουμε. Μας φιλοξένησε τρία ζευγάρια, με παιδιά πια, στα δωμάτια που μέναμε και παλιά κι όταν θελήσαμε να πληρώσουμε "Δεν είναι δικά μου πια", μας είπε, "τα 'χει πάρει Εγγλέζικη εταιρία κι εγώ δουλεύω γι΄αυτούς. Απλά καθυστέρησε το γκρουπ στ' αεροδρόμια και σας έβαλα μέσα να μείνετε!"
  Δεν κατάφερε να τα διαχειριστεί τα δωμάτια κι ας πνιγόταν η Κεφαλλονιά από τον τουρισμό που έφερε ο Κορέλι με το μαντολίνο του και η Μαντόνα. Βλέπεις, μπορεί να ήταν δυο μέτρα αλλά επιχειρηματίας δεν ήταν. Οικογένεια ήθελε να έχει ο Χρηστάρας γύρω του, οικογένεια σαν αυτή που του 'λειψε και σαν εκείνη που δεν έκανε ποτέ, τριάντα χρόνια στα καράβια.



Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2017

Εμείς κι η πίτα μας

   Μαζευτήκαμε περίπου πενήντα άτομα με τη Λέσχη Γαστρονομίας Ηπείρου και κόψαμε την πίτα του 2017.
   Δεν ήταν η τσουρεκοβασιλόπιτα ούτε η καροτκεϊκοβασιλόπιτα με το γλάσσο.
  Όχι, ήταν η παραδοσιακή Ηπειρώτικη κροθόπιτα (όπως την έλεγε η γιαγιά μου) ή κορθόπιτα  όπως απαντάται στο διαδίκτυο. Η θέση του "ρ"  διαφέρει από περιοχή σε περιοχή, σαν σπασμένο τηλέφωνο κάτι.
   Κροθόπιτα λοιπόν, πρωτοχρονιάτικη, στις 3 Φεβρουαρίου για να προλάβουμε τις Απόκριες και με φλουρί.
   Λίγο "πειραγμένη" βέβαια, με κοτόπουλο κι όχι με αρνί αλλά εξίσου νόστιμη.
   Σ΄έναν καινούριο χώρο το "Μουσκέτο" όπου αξίζει ν'αναφέρουμε ότι δεν καπνίζουμε στον χώρο του εστιατορίου.Eνώ πουγκάκια μοσχοβολιστής ρίγανης, από τις άνυδρες καλλιέργειες της Βάσως και του Κώστα Κασκανάκου περίμεναν δωράκι στο σερβίτσιο μας.
   Ο σεφ της Λέσχης Σταύρος Σπύρου και ο σεφ και ιδιοκτήτης του "Μουσκέτο" Γιάννης Θεόπιστος ετοίμασαν τα εδέσματα που συνόδευσαν το νέο orange wine από τη ΖΟΙΝΟS και η Εύα Σαμαριώτη με την Σταυρούλα Παπαδοπούλου την πίτα μας με χειροποίητο παραδοσιακό φύλλο.



 Τυχερός της βραδιάς ο Βασίλης Παπαγιάννης γιατί κέρδισε το φλουρί και μαζί με αυτό ένα καλάθι με μαρμελάδες και chutneys από την PANDORA GAIA και την Μαρία Κωνσταντινίδου.

   Τυχεροί κι εμείς που ζήσαμε μία ακόμη εμπειρία γεύσης και μια χαρούμενη βραδιά.

Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2017

Ο αργαλειός

Κρεμασμένα κουβάρια σε διάφορα μεγέθη στον αργαλειό. Χρώματα με μάλλινη υφή. Απόγευμα στο Μέτσοβο κι η κυρία Ευγενία, υφάντρα από μικρή, μας δείχνει την τέχνη της που τείνει να εκλείψει.
Περνάει τις χρωματιστές κλωστές δημιουργώντας σειρά με τη σειρά το σχέδιο, κλειδώνει - γκαπ - και με δυο δυνατά χτυπήματα - γκαπ,γκαπ - έρχεται και σφίγγει η μία σειρά ύφανσης πάνω στην άλλη.
Αυτό είναι το εύκολο, μας λέει, η δυσκολία είναι να μαζέψεις το μαλλί, να το καθαρίσεις καλά, να το ξάνεις, να το επεξεργαστείς, να το βράσεις και να το βάψεις. Μήνες κρατάει η προετοιμασία μέχρι να κρεμάσει τα χρωματιστά κουβάρια στον αργαλειό και να ξεδιπλώσει την τέχνη της. Αυτή που έμαθε από μικρή κι έχει παράπονο που χάνεται. Κανένας δε μαθαίνει πια αργαλειό.
Και μας διηγείται την ιστορία κάθε υφαντού και τους συμβολισμούς στα σχέδια. Να,  εδώ είναι τα βουνά της Ηπείρου, αυτές οι σκάλες που ανεβαίνουν και ψηλώνουν, κι εδώ ο αετός, το κυπαρίσσι και το τριαντάφυλλο. Κι εδώ ένα φτωχό παλικάρι δίνει σε μια όμορφη κοπέλα ένα τριαντάφυλλο - δεν έχει κάτι περισσότερο -  ενώ απέναντί του έχει τον πλούσιο με την καλή φορεσιά.
 Λίγο πριν μας έφτιαξε μια κασιάτα Μετσοβίτικη (με παχύ "σ"). Όχι αυτή που διαφημίζει η τηλεόραση ως Ζαγορίσια γιατί δεν υπάρχει κασιάτα Ζαγορίσια. Και μοσχοβόλησε το δωμάτιο βούτυρο φρέσκο και τυρί και ρίξαμε και ζάχαρη από πάνω.
Κι έξω το χιόνι είναι ακόμη πολύ κι έχει παγώσει κι ο γάτος παρακαλάει,  χτυπώντας το τζάμι του παραθύρου, να μπει μέσα που καίει η μαντεμένια σόμπα κι εμείς τον αφήνουμε.
Έχει μια αγριάδα αυτός ο τόπος και μια ομορφιά και μια ιστορία.
Κι η κυρία Ευγενία δεν θέλει να χαθεί η τέχνη της.

Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017

Εγώ κι η πόλη


Εγώ κι η πόλη πορευόμαστε μαζί.
Πότε αντικριστά η μία η στην άλλη και πότε προς την ίδια κατεύθυνση. Είναι δυσκίνητη η πόλη. Θες οι πολυόροφες οικοδομές της, θες τα πάρκα κι οι πλατείες της, τα γήπεδα, τα γυμναστήρια και τα κολυμβητήρια, θες η απραξία χρόνων; Δε σου δίνει την ελευθερία που ζητάς, πρέπει να την κατακτήσεις, να την αναζητήσεις και να την κερδίσεις.
Είναι πολύπλοκη αυτή η σχέση. Άλλωστε ανήκουμε και στο ίδιο φύλλο πράγμα που επιφέρει μια δόση ανταγωνισμού. Το ξεπερνάω μεγαλόθυμα. Μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή με "μολύβι" ένα πληκτρολόγιο που αλλάζει χρώματα από μπλε σε κόκκινο και μετά σε μωβ,καταγράφω τις καθημερινές της στιγμές.

Μη φανταστείς ότι η πόλη αυτή είναι μία και συγκεκριμένη. Ούτε έχει κάποιο όνομα. Είναι η
πόλη που γεννήθηκες, η πόλη που μεγάλωσα ακόμη κι πόλη που επισκέφτηκες  όταν αγόρασες καινούριο αυτοκίνητο κι έπρεπε να το "στρώσεις" κάνοντας μερικά χιλιόμετρα.
Μερικές φορές σε βαραίνει και σε καταπιέζει.  Κάτι τέτοιες στιγμές σας υπόσχομαι βόλτα στην εξοχή. Σον καθαρό αέρα για ανασυγκρότηση,βαθιές αναπνοές οξυγόνου κι επιστροφή στην καθημερινότητα της πόλης με ανανεωμένο βλέμμα,χιούμορ κι ευχάριστη διάθεση.
Κι αν ακούσω "κρότο χτιστών ή ήχο" να ξέρετε θα σας προειδοποιήσω. Δε θ΄αφήσω να μας κλείσουν "ανεπαισθήτως" απ' έξω. Για να συνεχίσουμε να ονειρευόμαστε και να ζούμε.


Πρώτη του ατζαμή

Η πρώτη κάθε μήνα έχει μια χαρακτηριστική πρωτιά.Είναι η πρώτη μέρα ενός συγκεκριμένου μήνα,ας πούμε του Φεβρουαρίου,κι ακολουθούν άλλες τριάντα μέρες,στη συγκεκριμένη περίπτωση άλλες 27,μέχρι να κάνει ο μήνας που διανύουμε τον κύκλο του.Είναι ένα ξεκίνημα κι ας μην έχει ο κύκλος,με τη γεωμετρική του έννοια,αρχή και τέλος.
Πρώτη Φεβρουαρίου του δύο χιλιάδες δέκα εφτά λοιπόν,και ξεκινάει ένας "τόπος" όπου θα καταγράφω γεγονότα και σκέψεις.Μια καθημερινότητα που βιώνουμε,άλλος λιγότερο κι άλλος περισσότερο,με ένταση,πάθος και χιούμορ.Θα με βρείτε εδώ σε μια γνήσια αποκάλυψη συναισθημάτων,ιδεών και μικρών μυστικών που ομορφαίνουν τον κόσμο γύρω μας
Καλό μήνα.